Τα πρόσφατα στοιχεία για την ισότητα των φύλων και την αγορά εργασίας στην Κύπρο αποτυπώνουν μια σαφή δομική αντίφαση. Από τη μία πλευρά, η Κύπρος καταγράφει εξαιρετικές επιδόσεις στο εκπαιδευτικό επίπεδο των γυναικών. Το 72,9% των γυναικών ηλικίας 30-34 ετών είναι κάτοχοι τίτλου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ποσοστό που υπερβαίνει αισθητά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (50,2%). Επιπλέον, τα ποσοστά απασχόλησης των γυναικών φτάνουν το 75%, ξεπερνώντας τον μέσο όρο της ΕΕ (70,8%), ενώ η συνολική ανεργία παραμένει σε χαμηλά επίπεδα.
Από την άλλη πλευρά, η ακαδημαϊκή αυτή υπεροχή δεν μεταφράζεται σε ανάλογη εκπροσώπηση στις ανώτερες βαθμίδες διοίκησης και λήψης αποφάσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε ημερίδα του ΣΕΛΚ, σε συνεργασία με το Υπουργείο Εργασίας και την ΑνΑΔ, η συμμετοχή των γυναικών στα διοικητικά συμβούλια των μεγάλων εισηγμένων εταιρειών περιορίζεται στο 10,5% (έναντι 34,5% στην ΕΕ), ενώ στις διευθυντικές και διοικητικές θέσεις υπαλλήλων ανέρχεται στο 26,8%. Ακόμη πιο αισθητή είναι η υποεκπροσώπηση στις αυτοαπασχολούμενες διευθύντριες (2,65%), αλλά και στα πολιτικά αξιώματα, όπου οι γυναίκες κατέχουν μόλις το 16,7% των υπουργικών/υφυπουργικών θέσεων και το 14,3% των εδρών στη Βουλή.
Παράλληλα, παρά τη σημαντική μείωση του μισθολογικού χάσματος τα τελευταία χρόνια (από 22,5% το 2002 σε 11,8% το 2024), καταγράφονται σοβαρές μισθολογικές αποκλίσεις υπέρ των ανδρών σε τομείς υψηλής εξειδίκευσης, όπως τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη, οι λογιστές, οι αναλογιστές και οι στατιστικοί. Την ίδια στιγμή, παρατηρείται επαγγελματικός διαχωρισμός, με τις γυναίκες να συγκεντρώνονται κυρίως στην εκπαίδευση, την υγεία και την κοινωνική μέριμνα, ενώ υποεκπροσωπούνται σε τομείς αιχμής, όπως οι Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών (20,1%).
Βασικός καταλύτης για τη διατήρηση αυτής της γυάλινης οροφής παραμένει η άνιση κατανομή της απλήρωτης εργασίας. Στην Κύπρο, το 62,5% των γυναικών ασχολείται καθημερινά με οικιακές εργασίες (έναντι 23,8% των ανδρών), ενώ το 42,8% αφιερώνει πάνω από 35 ώρες την εβδομάδα στη φροντίδα παιδιών (έναντι 14,8% των ανδρών).
Η ερευνητική προσέγγιση επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα στην Κύπρο δεν οφείλεται σε έλλειψη προσόντων, αλλά σε κοινωνικές και δομικές αγκυλώσεις. Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί στοχευμένες πολιτικές εταιρικής διακυβέρνησης, ενίσχυση των υποδομών κοινωνικής φροντίδας, μηχανισμούς μισθολογικής διαφάνειας και ουσιαστικά μέτρα για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ εκπαίδευσης και ηγετικής ανέλιξης.